Αρχαιολογικοί χώροι
Οι αρχαιολογικοί χώροι είναι θέσεις πολιτισμικού ενδιαφέροντος και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του νομού Ηρακλείου. Οι
αρχαιολογικοί χώροι στο νομό, στέκονται ως αψευδείς μάρτυρες ενός
παρελθόντος, για το οποίο δικαιολογημένα αισθανόμαστε υπερηφάνεια. Η ενότητα αυτή στοχεύει στην σύντομη παρουσίαση των αρχαιολογικών χώρων που βρίσκονται διάσπαρτοι στο νομό, επιτρέποντας παράλληλα στον επισκέπτη να συλλέξει γενικές πληροφορίες.
Οι
επισκέψιμοι αρχαιολογικοί χώροι είναι οι ακόλουθοι:
Κνωσός , Φαιστός , Αγία Τριάδα , Γόρτυνα, Μάλια, Αρχάνες , Τύλισος
Ανά επαρχία: Μαλεβυζίου, Καινουρίου, Πυργιώτισσας, Μονοφατσίου, Πεδιάδας, Βιάννου
Κνωσός:
Το µεγαλύτερο και λαµπρότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισµού, η Κνωσός, βρίσκεται 5 χλµ. νότια από το ιστορικό κέντρο της πόλης του Ηρακλείου. Στον χώρο, στην ανατολική πλευρά του λόφου, όπου βρίσκονται σήµερα τα ερείπια της µινωικής Κνωσού, έχουν βρεθεί ίχνη νεολιθικής εγκατάστασης που χρονολογούνται από το 6000 π.χ. Στο πολύπλοκο σύστηµα διαδροµών και στα δαιδαλώδη διαµερίσµατα πολλοί ερευνητές αναγνώρισαν τον αρχαίο “λαβύρινθο”. Μπορεί η έννοια του λαβύρινθου να είναι ένα µυθολογικό κατάλοιπο ενός µεγάλου πολιτισµού αυτό όµως δε σηµαίνει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αρχιτεκτονική δοµή που ο σύγχρονος επισκέπτης αντικρίζει κατά την επίσκεψη του στην Κνωσό.

Tο παλαιό ανάκτορο στο νότιο άκρο της πόλης και καταστράφηκε από σεισμό γύρω στο 1900 π.X. Αμέσως επισκευάστηκε, αλλά καταστράφηκε για δεύτερη φορά από σεισμό, περίπου το 1700 π.X. Ο ενιαίος σχεδιασμός που παρουσιάζουν Φαιστός και Μάλια έρχονται σε αντίθεση με το πρώτο ανάκτορο της Κνωσού που κατασκευάστηκε ίσως με την ενοποίηση σημαντικών συγκροτημάτων της προανακτορικής εποχής. Στο σχεδιασμό του αποφεύχθηκαν γενικά οι ευθείς διάδρομοι. Τα στοιχεία αυτά, μαζί με την πολύπλοκη αρχιτεκτονική του δομή, δικαιολογούν τον κρητικό μύθο του Λαβύρινθου. Αμέσως μετά οικοδομήθηκε το νέο ανάκτορο, μεγαλοπρεπέστερο, στα μέσα του 15ου αιώνα π.X. Αχαιοί ηγεμόνες κάθονται πλέον στην αίθουσα του θρόνου του ανακτόρου, οι οποίοι ως απόλυτοι κυρίαρχοι ελέγχουν όλο το νησί. Το ανάκτορο καταστρέφεται και πάλι στα μέσα του 14ου αιώνα π.X. (Yστερομινωική Εποχή IIIA), αυτή τη φορά από πυρκαγιά, και έκτοτε παύει να λειτουργεί ως ανακτορικό κέντρο.
Στην βάση της
συστηµατικής ανασκαφής του ο
σερ Άρθουρ Εβανς επιχείρησε
και τη µερική αποκατάσταση του
ανακτόρου χρησιµοποιώντας
σύγχρονα υλικά και σε ορισµένες περιπτώσεις προχώρησε στη
συµπλήρωση ολόκληρων τµηµάτων που διακρίνουµε σήµερα. Ο
ρισµένοι επιστήµονες θεωρούν
υπερβολικές αυτές τις παρεµβάσεις οστόσο, από πολλούς
αρχαιολόγους εκφράζεται η
άποψη ότι οι αναστηλωτικές
παρεµβάσεις του Έβανς δεν
είναι αυθαίρετες και αποδίδουν
ως ένα βαθµό την εικόνα που θα
είχαν τα ανάκτορα την εποχή της
ακµής τους.
Φαιστός : Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη μινωική πόλη, οργανωμένη με
ανάκτορο, συνοικίες, νεκροταφεία. Κατά τα μινωικά χρόνια ήταν κέντρο
όλης της κεντρικής και νότιας Κρήτης και η επιρροή της έφτασε μέχρι τις
πρώην επαρχίες Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου. Καλύπτει
έκταση 18.000 τ.μ. μέσα στην οποία υπάρχει πλήθος ερειπίων από τις
εποχές της νεολιθικής κατοίκησης του χώρου μέχρι τις διάφορες
ανακτορικές περιόδους: του 1900 πΧ. όταν χτίστηκε το πρώτο ανάκτορο (το
οποίο καταστράφηκε από σεισμό γύρω στο 1700 π.Χ.), το 1400 π.Χ. όταν
χτίστηκε το 2ο ανάκτορο, πάνω στα ερείπια του πρώτου, το οποίο επίσης
καταστράφηκε από σεισμό ή εισβολείς. Εδώ
ανακαλύφθηκε ο περίφημος δίσκος της Φαιστού.
Πρόκειται για ένα πήλινο
δίσκο στις δυο πλευρές του οποίου υπάρχει εγχάρακτο κείμενο με 241
σύμβολα σε σπειροειδή διάταξη που ακόμα δεν έχουν καταφέρει να
διαβάσουν οι αρχαιολόγοι.
Αγ. Τριάδα :
Ένας πολύ σημαντικός αρχαιολογικός χώρος της κεντρικής Κρήτης, κοντά στη Φαιστό, στις όχθες του Γεροπόταμου, με ξεχωριστή φυσική ομορφιά είναι η Αγία Τριάδα. Βρίσκεται 64 χλμ. νοτιοδυτικά του Ηρακλείου, στη διαδρομή Ηράκλειο - Αγία Βαρβάρα - Άγιοι Δέκα - Μοίρες - Φαιστός - Αγία Τριάδα, και 3 χλμ. νοτιότερα της Φαιστού. Η βασιλική έπαυλη ή μικρό μινωικό ανάκτορο της Αγίας Τριάδας,
όπως το ονόμασαν οι Ιταλοί
αρχαιολόγοι που το έφεραν στο φως στις αρχές του προηγούμενου αιώνα,
χτίστηκε γύρω στο 1600 π.Χ. πάνω σε λόφο και αποτελεί ένα από τα
σπουδαιότερα μνημεία μινωικής αρχιτεκτονικής με πλούσια ευρήματα.
Πιστεύεται ότι χρησίμευε σαν θερινή κατοικία του βασιλιά της Φαιστού,
ενώ από άλλους ερευνητές θεωρείται ότι χρησιμοποιήθηκε από τον άνακτα
της Φαιστού μετά την καταστροφή του ανακτόρου, αλλά ίσως να
χρησιμοποιόταν παράλληλα με το ανάκτορο της Φαιστού.
Γόρτυνα :
Στον εύφορο κάμπο της Μεσαράς αναπτύχθηκε μια άλλη ακόμα αξιόλογη και
πολυάνθρωπη πόλη η Γόρτυνα. Αν και κατοικήθηκε για πρώτη φορά από το
τέλος της νεολιθικής εποχής (3000 π.Χ.) τη μεγαλύτερη ακμή της την
γνώρισε στους χρόνους της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Η εχθρική στάση της
Κνωσού απέναντι στους Ρωμαίους τους έκανε να στραφούν προς τη Γόρτυνα,
που δεν πρόβαλε αντίσταση. Οι Ρωμαίοι την όρισαν πρωτεύουσα της Κρήτης
και σε κάποια περίοδο και της Κυρηναϊκής. Την κόσμησαν μάλιστα με
ναούς, θέατρα, αγάλματα, θέρμες και άλλα λαμπρά οικοδομήματα.
Καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς το 824 μ.Χ. και η έδρα του νησιού
μεταφέρθηκε στο Χάνδακα. Τα σπουδαιότερα επισκέψιμα μνημεία είναι : Το
ωδείο και η μεγάλη επιγραφή, το βόρειο θέατρο, η ακρόπολη, ο ναός του
Αγίου Τίτου, το Πυθίο, το ιερό των αιγυπτιακών θεοτήτων, το Νυμφαίο, το
Αμφιθέατρο, η Μεγάλη Πόρτα, ο Ιππόδρομος, το νεκροταφείο της πόλης, το
παλαιοχριστιανικό τρίκογχο και οι τάφοι των Αγ. Δέκα.
Μάλια : Το όνομα του αρχαίου οικισμού δεν είναι γνωστό. Ο Αρχαιολογικός χώρος δανείστηκε το όνομα του από τη ομώνυμη γειτονική κωμόπολη. Το ανάκτορο κτίστηκε την ίδια περίπου περίοδο που ανεγέρθηκαν τα ανάκτορα της Κνωσού, της Φαιστού και της Ζάκρου, ακολούθησε την ίδια αρχιτεκτονική γραμμή, αλλά και την ίδια τύχη από την πλευρά της ακμής και της παρακμής. Το διώροφο αυτό ανάκτορο είχε έκταση 8.000 τμ. Οι πολλές αποθήκες, τα εργαστήρια και οι βιοτεχνικοί χώροι, προσδίδουν
χαρακτήρα μεγάλης αγροτικής βίλας.
Ο μεγάλος πέτρινος κέρνος με τις 34 αβαθείς κυκλικές κοιλότητες, το
εξαίρετο χρυσό κόσμημα των μελισσών και η μαρμάρινη σαρκοφάγος με τις
ανάγλυφες παραστάσεις προέρχονται από το ανάκτορο αυτό. Σήμερα
βρίσκονται στο αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου.
Αρχάνες : Στην περιοχή Τουρκογειτονιά των Αρχανών που βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Παναγίας, υπήρχε τριώροφο μινωικό ανάκτορο με μεγάλη αυλή. Μια σειρά από βωμούς που ανακαλύφτηκαν μπροστά από την πρόσοψη του κτηρίου, αποτελεί μαζί με τα άλλα ευρήματα, σημαντικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς. Ανακαλύφτηκε ακόμα το μινωικό νεκροταφείο στο λόφο Φουρνί, το μινωικό τριμερές ιερό στα Ανεμόσπηλια και η βίλλα στο Βαθύπετρο που μας δίνει παραστατικά στοιχεία της αγροτικής ζωής.
Τύλισος: Δυτικά του Ηρακλείου βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της Τυλίσου που δεν απέβαλε το όνομά του από τη μινωική εποχή. Οι μεγάλες και πολλές αίθουσες, οι διάδρομοι, τα ιερά, οι δεξαμενές και οι αποθήκες ταυτίζονται με την αρχιτεκτονική των μεγάλων ανακτόρων της εποχής. Το οικοδόμημα που ανακαλύφτηκε με τις τρεις μεγαλοπρεπείς μινωικές κατοικίες, ανήκε προφανώς σε πλούσιο άρχοντα του τόπου. Πέτρα για το άλεσμα των ελιών, πήλινα αγγεία, ενεπίγραφες πινακίδες, σφραγίσματα, αφιερώματα, καθώς και οι πήλινες σωλήνες του υδραγωγείου συγκαταλέγονται στα αρχαιολογικά ευρήματα των ανασκαφών.
Δεν υπήρχαν όμως μόνο τα ανακτορικά κέντρα και οι μεγάλες πόλεις. Μινωικές οικίες, οικισμοί και επαύλεις βρίσκονται και σε άλλα μέρη του νομού. Αυτά κατά επαρχία είναι τα ακόλουθα:
Επαρχία Μαλεβυζίου:
Σ' αυτή βρισκόταν η αρχαία πόλη Ραύκος κοντά στο χωριό Άγιος Μύρωνας και ο Πρινιάς κοντά στην Αγία Βαρβάρα που έδωσε αξιόλογα ευρήματα. Ξεχωριστή αξία έχουν οι δύο ναοί που χρονολογούνται από τον 7ο π.Χ. αιώνα.
Επαρχία Καινουρίου:
Στην επαρχία αυτή βρίσκεται το μικρό σπήλαιο της Μιαμούς που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον λόγω των ευρημάτων που ανακαλύφθηκαν και φανερώνουν τη χρήση του σπηλαίου ως

Επαρχία Πυργιώτισσας:
Οι επιλιμένιες πόλεις Μάταλα και ο γειτονικός Κομμός που ήταν λιμάνια της Φαιστού ανήκουν στην επαρχία αυτή. Οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στους χώρους αυτούς έφεραν στο φως πολλά ευρήματα. Στα Μάταλα σώζονται λαξευτοί τάφοι που ήταν σε χρήση κατά τους ύστερους ρωμαϊκούς και πρώιμους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.
Επαρχία Μονοφατσίου:
Το σημερινό χωριό Ροτάσι ήταν το αρχαίο Ρύτιο που μνημονεύει ο Όμηρος. Διακρίνονται σήμερα τα λείψανα του οικισμού. Στο σημερινό οικισμό Τσούτσουρος που ήταν λιμάνι της αρχαίας Πριανσού υπήρχε το λατρευτικό σπήλαιο της Ειλειθυϊας. Ανακαλύφθηκαν πολλά ευρήματα που είχαν αφιερωματικό κυρίως χαρακτήρα. Στη θέση Κορακιές του χωριού Κουμάσα ανακαλύφθηκε οικισμός των μεσομινωικών και υστερομινωικών χρόνων που κατά τις ανασκαφές απέδωσε ενδιαφέροντα αντικείμενα και σκεύη. Τα πήλινα αντικείμενα φέρνουν το όνομα του ρυθμού της Κουμάσας. Στην ίδια επαρχία υπάγεται και η αρχαία Πριανσός, που κατά τις πιο βάσιμες μαρτυρίες βρισκόταν στην επάνω Μεσαρά κοντά στο χωριό Καστελιανά. Από το μεγάλο αριθμό νομισμάτων που βρέθηκαν, φαίνεται ότι διέθετε ισχυρή οικονομική δύναμη.
Επαρχία Πεδιάδας:
Η σημερινή Χερσόνησος (λιμάνι) είναι χτισμένη στα ερείπια της αρχαίας Χερρονήσου. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίστηκε. Κατά τη ρωμαϊκή πάντως εποχή είχε κοσμηθεί με σιντριβάνια, πολύχρωμα ψηφιδωτά, θέατρο, υδραγωγείο, ιχθυοδεξαμενές και άλλα μνημεία, τμήματα από τα οποία σώζονται σήμερα. Ανατολικά και κοντά στο Ηράκλειο βρίσκεται η αρχαία Αμνισός που ήταν λιμάνι της Κνωσού. Από τις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν ανακαλύφθηκε η έπαυλη των κρίνων και το ιερό του Δία Θενάτα. Ανατολικά και κοντά στην Αμνισό βρίσκεται το μινωικό μέγαρο Νίρου Χάνι. Το μέγαρο παρουσιάζει ανακτορική όψη και πολυτέλεια. Υπήρξε επίσημη κατοικία κάποιου αξιωματούχου ή αρχιερέα. Λύττος, βρισκόταν ανατολικά του Καστελίου Πεδιάδος, κοντά στο σημερινό χωριό Ξειδάς. Υπήρξε από τις αρχαιότερες αποικίες της Σπάρτης και ήταν μια από τις πιο μεγάλες και ισχυρές πόλεις και μάλιστα στην περίοδο της ρωμαιοκρατίας. Καταστράφηκε και ισοπεδώθηκε από τους Κνώσιους και τους Γορτύνιους συμμάχους τους το 220 π.Χ.
Αρκαδία ή Αρκάδες: Βρισκόταν στην περιοχή Προφήτης Ηλίας κοντά στο χωριό Αφρατί. Ως ανεξάρτητη πόλη έκοψε δικά της νομίσματα. Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια έγινε έδρα Επισκόπου.
Επαρχία Βιάννου:
Στα σύνορα του νομού Ηρακλείου με την επαρχία Ιεράπετρας ανακαλύφθηκε το περίφημο ιερό της Σύμης. Η λειτουργία του ιερού κράτησε από το 1600 π.Χ. μέχρι τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Ανακαλύφτηκαν πολλά αντικείμενα και είδη, που είχαν αφιερωματικό κυρίως χαρακτήρα.
Πηγές
Ηλεκτρονικός Κόμβος ΟΔΥΣΣΕΥΣ , Υπουργείο Πολιτισμού





